Σάββατο μεσημέρι. Χτυπώ στο διαμέρισμα του διαχειριστή για τα κοινόχρηστα. Η πόρτα ανοίγει από τον ίδιο κι ένα παιδάκι όχι πάνω από επτά χρονών με ένα όπλο διαστημικό στο χέρι, γεμάτο λαμπάκια που αναβοσβήνουν, φωνάζει:
-Να σκοτώσουμε την κυρία!
Ο διαχειριστής επιστρέφει στα γρήγορα με τα...διαχειριστικά του, νιώθοντας τον αποτροπιασμό μου για την κατάσταση στο σπίτι του.
-Πολύ ωραίο παιχνίδι, πολύ ωραία ιδέα, να σκοτώνεις..., λέω ξερά.
-Να σκοτώσουμε την κυρία!
Ο διαχειριστής επιστρέφει στα γρήγορα με τα...διαχειριστικά του, νιώθοντας τον αποτροπιασμό μου για την κατάσταση στο σπίτι του.
-Πολύ ωραίο παιχνίδι, πολύ ωραία ιδέα, να σκοτώνεις..., λέω ξερά.
Με το κεφάλι χωμένο στη σακούλα με τα λεφτά, μουρμουρίζει:
-Ε, ξέρεις πώς είναι τα παιδιά...
Δεν απαντώ. Όχι, δεν απαντώ.
Περιμένω τα ρέστα να φύγω. Αηδία και θλίψη.
Ναι, τα ξέρω τα παιδιά, τόσα χρόνια μέσα στην τάξη. Ξέρω τη χαρά μας, την έμπνευση, τη δημιουργία, τις κουβέντες μας, τους εναγκαλισμούς και τους ασπασμούς μας, ναι, ξέρω!
Ξέρω και την ανοησία των μεγάλων, την αθεράπευτη βλακεία τους, ωιμέ! Γενιές χαμένες, γενιές καμένες, γενιές...
Άντε να δούμε πότε θα σηκώσουμε κεφάλι!
-Ε, ξέρεις πώς είναι τα παιδιά...
Δεν απαντώ. Όχι, δεν απαντώ.
Περιμένω τα ρέστα να φύγω. Αηδία και θλίψη.
Ναι, τα ξέρω τα παιδιά, τόσα χρόνια μέσα στην τάξη. Ξέρω τη χαρά μας, την έμπνευση, τη δημιουργία, τις κουβέντες μας, τους εναγκαλισμούς και τους ασπασμούς μας, ναι, ξέρω!
Ξέρω και την ανοησία των μεγάλων, την αθεράπευτη βλακεία τους, ωιμέ! Γενιές χαμένες, γενιές καμένες, γενιές...
Άντε να δούμε πότε θα σηκώσουμε κεφάλι!
Κάποτε τα παιδιά γκυλούσαν στιφάνια κι είχαν τον κόσμο όλον...
Σταυρίνα Λαμπαδάρη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου