Ἀφιερωμένη σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους, πού ἔχουν κάνει παρέα τους τόν θάνατο, νοσηλευτές καί νοσηλευομένους
![]() |
| Albrecht Dürer, Mani in preghiera, 1508 |
Κόβεις τόν ἀέρα κομμάτια ἀγωνίας, ἀπελπισίας, παραίτησης, ἀπόγνωσης... στό ἐπαρχιακό νοσοκομεῖο,
ἔξω ἀπό τήν μονάδα χημειοθεραπείας.
Ἄνθρωποι περιμένουν μέ τούς καθετῆρες στό χέρι, κάτω ἀπό τήν κλεῖδα, μέ γάζες σκεπασμένους...
Βλέμματα θολά, σιωπηλά, τυφλά ἀπό τόν πόνο καί τά ἀναπάντητα γιατί. Πηγαινοέρχονται οἱ λιγοστές νοσοκόμες, χίλια κομμάτια γενήκανε οἱ Γυναῖκες παλεύοντας νά ξεγελάσουν τόν θάνατο, ἀγκομαχώντας νά φέρουν πίσω μιά στάλα ἐλπίδας.
Καί ἡ φροντίδα, μέσα στήν ἔνταση καί τήν παραφορά, ἀχνίζει.
Κι ἡ καλοσύνη κι ἡ ἀνθρωπιά...
Συνοδεύω φίλους που χρειάζονται τήν βοήθειά μου.
Εἴμαστε ἐκεῖ κάποια ὥρα, κάποια μέρα. Περιμένουμε στήν αἴθουσα ἀναμονῆς. Καί ἁγιάζουμε τόν ἀέρα καί τίς ψυχές μέ τούς στίχους τοῦ Ρίτσου. Ἁγιάζουμε τήν ἀναμονή, τήν θλίψη, τόν φόβο, τήν ξέπνοη προσδοκία...
Διαβάζω σφιχτά, θαρρετά, σίγουρα,
μέ καρδιά, ὅπως στούς μαθητές μου. Δέν συγκινοῦμαι. Κρατιέμαι.
Σφίγγω τά δόντια. Δέν λυγάω.
Ὅλοι σωπαίνουν, οὔτε πού ἀναρωτιοῦνται. Ἀκοῦνε. Κι ἐγώ διαβάζω σέ μιάν ἄλλη γλῶσσα, πού σάν βάλσαμο χαϊδεύει τίς ψυχές καί τίς μερώνει, σέ μιά γλῶσσα πού δροσίζει τά πυρωμένα μέτωπα, πού σιγοψιθυρίζει στίς πικραμένες καρδιές, πού ξορκίζει τόν πόνο κι ἀντρειεύεται στόν θάνατο μπροστά.
Ἀνοίγει ἡ πόρτα, φωνάζουν τόν ἑπόμενο.
Σφίγγω τά δόντια. Δέν λυγάω.
Ὅλοι σωπαίνουν, οὔτε πού ἀναρωτιοῦνται. Ἀκοῦνε. Κι ἐγώ διαβάζω σέ μιάν ἄλλη γλῶσσα, πού σάν βάλσαμο χαϊδεύει τίς ψυχές καί τίς μερώνει, σέ μιά γλῶσσα πού δροσίζει τά πυρωμένα μέτωπα, πού σιγοψιθυρίζει στίς πικραμένες καρδιές, πού ξορκίζει τόν πόνο κι ἀντρειεύεται στόν θάνατο μπροστά.
Ἀνοίγει ἡ πόρτα, φωνάζουν τόν ἑπόμενο.
Ἐγώ συνεχίζω.
Ἔμειναν κι ἄλλοι πίσω νά περιμένουν...
Σταυρίνα Λαμπαδάρη
Ἔμειναν κι ἄλλοι πίσω νά περιμένουν...
Σταυρίνα Λαμπαδάρη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου