Ποῦ νά σταθεῖ ὁ ποιητής;
Σέ ποιᾶς μοίρας τό στῆθος νά γείρει;
Αὐτός πού ἐξαγνίζει τόν ἀνθρώπινο ρῦπο,
τή δυσωδία τῶν νεκρῶν στιγμῶν
φυσᾶ τήν ἀνάσα του
στό πρόσωπο τοῦ θανάτου
καί τό κατακαίει,
μετουσιώνοντας τό προπατορικό ἄχθος
σ' εὐχή κι εὐλογία,
μήπως κι ἀλαφρύνει
τῶν θνητῶν τό προαιώνιο μαρτύριο
ὁ ἴδιος στέκεται στό χεῖλος τῆς δύσης,
ἕτοιμος νά ριχτεῖ στό πυρακτωμένο καμίνι
τῆς ἄρνησης,
τραβῶντας ὁριστικά πίσω του
τό βαρύ μάνταλο τοῦ οὐρανοῦ.
Σέ ποιᾶς μοίρας τό στῆθος νά γείρει;
Αὐτός πού ἐξαγνίζει τόν ἀνθρώπινο ρῦπο,
τή δυσωδία τῶν νεκρῶν στιγμῶν
φυσᾶ τήν ἀνάσα του
στό πρόσωπο τοῦ θανάτου
καί τό κατακαίει,
μετουσιώνοντας τό προπατορικό ἄχθος
σ' εὐχή κι εὐλογία,
μήπως κι ἀλαφρύνει
τῶν θνητῶν τό προαιώνιο μαρτύριο
ὁ ἴδιος στέκεται στό χεῖλος τῆς δύσης,
ἕτοιμος νά ριχτεῖ στό πυρακτωμένο καμίνι
τῆς ἄρνησης,
τραβῶντας ὁριστικά πίσω του
τό βαρύ μάνταλο τοῦ οὐρανοῦ.
Τά ἐκ βαθέων διυλισθέντα, Ἐκδόσεις Ἐριφύλη
ἔργο: Πάνος Μωραΐτης, Ἴκαρος
