«Υἱέ μου, ποῦ τό κάλλος ἔδυ τῆς μορφῆς σου;
οὐ φέρω καθορᾶν σε, ἀδίκως σταυρούμενον
σπεῦσον οὖν ἀνάστηθι ὅπως ἴδω κἀγώ σοῦ
τήν ἐκ νεκρῶν τριήμερον ἐξανάστασιν»
Γιέ μου, ὠιμέν’ ἀστέρι μου, τῆς ὄψης σου τό κάλλος
ποῦ ἐχάθη μέσα στῆς νυχτιᾶς τή μαύρη τούτη ὥρα
πῶς νά τ’ ἀντέξω πές μου, γιέ, τά στήθια μου ξεσκίζω
πού ἄδικα σταυρώνουν σε, λευκό μου περιστέρι.
Γύρνα κοντά μου, μήν ἀργεῖς, ἥλιε καί βασιλιά μου
ἔλα ἀπ’ τόν κόσμο τῶν νεκρῶν μέσα στό Φῶς τῆς δόξας
νά σ’ ἀγκαλιάσω, σπλάχνο μου κι ὁ πόνος νά μερώσει
ποῦ ἐχάθη μέσα στῆς νυχτιᾶς τή μαύρη τούτη ὥρα
πῶς νά τ’ ἀντέξω πές μου, γιέ, τά στήθια μου ξεσκίζω
πού ἄδικα σταυρώνουν σε, λευκό μου περιστέρι.
Γύρνα κοντά μου, μήν ἀργεῖς, ἥλιε καί βασιλιά μου
ἔλα ἀπ’ τόν κόσμο τῶν νεκρῶν μέσα στό Φῶς τῆς δόξας
νά σ’ ἀγκαλιάσω, σπλάχνο μου κι ὁ πόνος νά μερώσει
ἐλεύθερη ἀπόδοση: Σταυρίνα Λαμπαδάρη
